Πρόλογος
[03082008, 1558, Τοποθεσία Απόρητη]
Ο Άρης είχε αράξει σε 1 έρημη καφετέρια. Παρ’ότι η περιοχή είναι παραθαλλάσια, είχε διαλέξει επίτηδες 1 καφετέρια που δεν έβλεπε θάλασσα έτσι ώστε να έχει από ελάχιστο έως καθόλου κόσμο. Πέτυχε διάνα. Ήταν ο μόνος πελάτης στο μαγαζί, πιθανόν κ λόγο ώρας. Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνό του. Περίμενε ώρα αυτήν την κλήση.
“Όλα έτοιμα, μόλις ξάπλωσε.”
“Κοιμάται;”
“Όχι ακόμη αλλά μέχρι να φτάσεις, νομίζω πως θα τα έχει καταφέρει!”
“Αστείο;”, είπε και ξεφύσηξε νευριασμένος. Δεν του άρεσαν οι άκομψες προσπάθειες για χιούμορ, ειδικά μια τέτοια ώρα. “Τέλος πάντων, εντάξει.”
Έκλεισε το τηλέφωνό του κ έβγαλε 1 κέρμα από την τσέπη του. Το πέταξε στον αέρα.
Όταν ο πελάτης δεν είχε κάποια ιδιαίτερη προτίμηση, ο Άρης αλλά κ οι 2 φίλοι κ συνεργάτες του, έριχναν ένα κέρμα. Αν το κέρμα έδινε γράμματα, τότε το υποψήφιο θύμα τους θα “πάθαινε” κάποιο ατύχημα. Αν έδινε κορώνα, τότε τα στοιχεία θα ήταν αρκετά για να καταλάβει η αστυνομία ότι το θύμα δολοφονήθηκε, αλλά τόσο λίγα έτσι ώστε να μη βρίσκει ποτέ τον ή τους δράστες. Αυτή ήταν η δουλειά τους εξάλλου, σ’αυτό ήταν άριστοι, γι’αυτό είχαν δημιουργήσει κ 1 μύθο γυρω από το όνομά τους. Εδώ κ 3 χρόνια, κάθε μεγάλος πελάτης τους είχε πλησιάσει κ τους είχε προτείνει δουλειές που τους είχαν αποφέρει μεγάλο κέρδος, αλλά προφανώς όχι αρκετά μεγάλο έτσι ώστε να βγουν από τη δουλειά τόσο νωρίς.
Κινήθηκε αθόρυβα, σαν σκιά προς την τουαλέτα. Ο σερβιτόρος σχεδόν δεν τον πήρε είδηση, αλλά έτσι κ αλλιώς, δεν του έδωσε σημασία. Ο Άρης χώθηκε γρήγορα στις αντρικές, κ τράβηξε το καζανάκι. Στα λίγα δευτερόλεπτα που είχε στη διάθεσή του μέχρι αυτό να ξαναγεμίσει, έβγαλε το περίστροφό του από την τσέπη του παντελονιού του και έλεγξε το γεμιστήρα. Το όπλισε και σκέφτηκε να βιδώσει τον σιγαστήρα αλλά προτίμησε να τον αφήσει για το ξενοδοχείο. Του ήταν πολύ πιο εύκολο να κρύψει το όπλο κ τον σιγαστήρα ξεχωριστά, στις 2 τσέπες του παντελονιού του.
“Τί γίνεται ρε Δημήτρη, θα φύγει αυτός;”
“Ξέρω ‘γω ρε αφεντικό;;” απολογήθηκε ο σερβιτόρος. “Είχε πάει τουαλέτα κ τώρα που βγήκε κάθεται κ παίζει με κάτι κέρματα.”
“Έλα μου;”
“Να μωρέ, δεν τον βλέπεις;; Προσπαθεί να τα στερεώσει όρθια!”
“Αυτοί οι Αθηναίοι δεν την παλεύουν, τους σαλεύει με τη ζέστη!”
“Πού το ξέρετε ότι είναι Αθηναίος; Το αυτοκίνητό του” είπε κ έδειξε 1 μαύρο Daihatsu, “δεν έχει πινακίδες.”
“Ξέρω ‘γω;; Τέλος πάντων, σηκώθηκε, τράβα να μαζέψεις να το κλείνουμε σιγά-σιγά, μπας κ προλάβω να κοιμηθώ πριν το ξανανοίξουμε.”
Ο σερβιτόρος σχεδόν έτρεξε μέχρι το τραπέζι που μέχρι πριν μισό λεπτό καθόταν ο Άρης. Κοίταξε τα νομίσματα και μισομουρμούρησε, “Τι ηλίθιος, τόση ώρα και δεν κατάφερε ούτε καν να τα στερεώσει όλα όρθια. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;” αναρωτήθηκε κ πήρε τα ψιλά. Άφησε τελευταίο το μόνο νόμισμα που ήταν ξαπλωμένο. Ένα πρόσωπο κοιτούσε τον καταγάλανο ουρανό. Κορώνα.

