Εκείνη. Κι εκείνος.
Κάποτε ήταν φίλοι, τώρα όχι. Τώρα έχουν αλλάξει οι καιροί.
Τώρα είναι ζευγάρι. Καιρό τώρα, αιώνες σχεδόν. Σχεδόν. Γελάνε μαζί, κλαίνε μαζί. Ο καθένας φτιάχνει τη ζωή του με βάση τον άλλο. Αγάπη υπάρχει πολλή, το ξέρουν, την θέλουν. Όμως ξενιτεύτηκαν.
Ένα φθινοπωρινό βραδάκι, περπατούσαν μαζί, χέρι με χέρι. Σε μία κρύα πολιτεία, μακρινή, άγνωστη. Όταν ένα άρωμα τους αγκάλιασε. Κ τότε το είδαν. Ένας θάμνος. Όχι θάμνος, δεντράκι. Ούτε δεντράκι. Με λευκά λουλούδια, μικρά, πολλά. Κέστρο.
“Μυρίζει υπέροχα!”
“Μυρίζει όμως μόνο όταν δύσει ο ήλιος…”
“Αλήθεια;; Δεν έχει σημασία, θέλω να μου πάρεις! Να τα βάλω στον κήπο μας!”
“Μα δεν έχουμε κήπο, δε μένουμε καν μαζί…”
“Δεν έχει σημασία, θέλω να μου πάρεις!”
“Θα πρέπει να περιμένεις μέχρι την Άνοιξη…”
“Εγώ τώρα τα θέλω.”
“Την Άνοιξη όμως ανθίζουν…”
“Καλά, μπορώ να περιμένω λίγο… Θα μου πάρεις την άλλη εβδομάδα;”
“Την Άνοιξη…”
“…”
“Τι;”
“Θέλω να χωρίσουμε.”
“Για τα λουλούδια;”
“Έχει σημασία;”
Οι δρόμοι τους χώρισαν. Πόνεσαν κ οι δύο. Ο καθένας έφτιαξε τη ζωή του με βάση τρίτους. Που ποτέ δεν κατάλαβαν. Που ποτέ δε γέλασαν μαζί, που ποτέ δεν έκλαψαν μαζί. Που ποτέ δεν περπάτησαν μαζί, χέρι με χέρι. Που ποτέ δεν αγάπησαν.
Κάποτε ήταν φίλοι, τώρα όχι. Τώρα έχουν αλλάξει οι καιροί.

