Το μικρό κοριτσάκι

Να σου πω ένα παραμύθι;

“Μια φορά κ έναν καιρό, ήταν μια φτωχή οικογένεια. Ζούσαν οι 3 τους, μπαμπάς, μαμά κ το μικρό κοριτσάκι τους. Ήταν πολύ φτωχοί αλλά δεν είχαν πρόβλημα να ζήσουν, τα κατάφερναν με μεγάλη δυσκολία βέβαια αλλά έτσι κ αλλιώς, η μικρή συνοικία που ζούσαν ήταν φτωχική οπότε δεν τους κακοφαινόταν. Ήταν παραθαλάσσια αλλά δεν είχε παραλία, υπήρχε μόνο γκρεμός. Κ μετά ατέλειωτη θάλασσα.

Ωραία συνοικία, ανθρώπινη, όχι σαν τις μεγάλες πόλεις που οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, μόνο χάνονται. Κ έβλεπαν κ ανατολή. Ήταν πολύ ωραία, όταν ο ουρανός ήταν καθάρος. Ναι, τότε καθόντουσαν οι μεθυσμένοι κ παρακολουθούσαν την ανατολή. Καθόντουσαν οι φυσιολάτρες κ απολάμβαναν τα χιλιάδες χρώματα που έπαιρνε ο ουρανός πριν να ξημερώσει. Αυτά όμως όταν ο ουρανός ήταν καθαρός. Γιατί τώρα είχε πιάσει χειμώνας κ έβρεχε συνέχεια ή έστω ο ουρανός γέμιζε σύννεφα κ είχε χαθεί αυτή η μαγεία…

1 βραδάκι, γυρνώντας σπίτι από 1 απογευματινό περίπατο, πέρασαν από την βιτρίνα του μοναδικού παιχνιδοπωλείου της συνοικίας. Είχε μόνο μεταχειρισμένα παιχνίδια αλλά κ αυτά τους φαινόντουσαν πολύ ακριβά για να αγοράσουν κάποιο οι γονείς στο μικρό κοριτσάκι τους. Όμως το μικρό κοριτσάκι, είδε 1 παιχνίδι που το ενθουσίασε. Δεν το είχε ξαναδεί τόσες φορές που είχαν περάσει, μάλλον θα το είχαν φέρει τις τελευταίες μέρες. Ήταν ένα αρκουδάκι. Το δεξί του αυτάκι ήταν κομμένο, σαν κάποιος να το είχε δαγκώσει. Κ χαμογελούσε. Χαμογελούσε με 1 τεράστιο χαμόγελο… Αχ, αυτό το χαμόγελο! Το αρκουδάκι χαμογελούσε τόσο πολύ που έκανε το μικρό κοριτσάκι να γελάσει. Είχε 1 τόσο χαρούμενη φατσούλα… Το έδειξε στους δικούς του αλλά αυτοί δεν έδειξαν να ενθουσιάζονται εξίσου κ προχώρησαν. Το μικρό κοριτσάκι χάζεψε για λίγο τη βιτρίνα κ μετά προχώρησε. Πριν φύγει, είδε 1 τρενάκι, κ αυτό μάλλον καινούριο ήταν καθώς κ 1 μικρή κουζινούλα με τα πιατικά της. Δεν χαμογελούσαν όμως όπως το αρκουδάκι…

Το βράδυ όλοι ξάπλωσαν χαρούμενοι. Άλλη 1 μέρα είχε περάσει κ ήταν όλοι μαζί, ευτυχισμένοι που είχαν έστω 1 πιάτο φαγητό. Όμως το μικρό κοριτσάκι δε μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το αρκουδάκι. Έτσι, αποφάσισε να πάει κ να του πει καληνύχτα πριν κοιμηθεί.

Η μητέρα ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Έβλεπε έναν εφιάλτη. Υποτίθεται, λέει, πως είχε χάσει το μικρό κοριτσάκι της. Όταν ξύπνησε για τα καλά, κατάλαβε πως ήταν απλά ένα άσχημο όνειρο κ αφού συνήλθε σηκώθηκε για να σκεπάσει καλύτερα το μικρό κοριτσάκι. Πλησιάζωντας όμως, συνειδητοποίησε πως όντως το μικρό κοριτσάκι της δεν ήταν στο κρεβατάκι του.

Πανικόβλητη, ξύπνησε τον άντρα της. Αυτός προσπάθησε να την ηρεμήσει αλλά μάταια. Η μητέρα ήταν σίγουρη πως κάτι κακό είχε συμβει. Άρχισαν να ψάχνουν μες στο σπίτι αλλά σύντομα ντύθηκαν με χοντρά ρούχα κ βγήκαν έξω. Το μικρό κοριτσάκι τους δεν ήταν στο σπίτι.

Έψαξαν στην κεντρική πλατεία, έψαξαν στα στενά σοκάκια της συνοικίας, έψαξαν στο μικρό δρόμο που οδηγούσε στη μεγάλη πόλη. Το μικρό κοριτσάκι τους δεν ήταν πουθενά… Κ οι ώρες περνούσαν. Συνέχισαν το ψάξιμο, ξανά όλη τη συνοικία από την αρχή. Πουθενά. Αποκαμωμένοι, έφτασαν μπροστά από την θάλασσα. Ο ουρανός είχε αρχίσει να παίρνει τα χρώματα της ανατολής. Μετά από τόσες μέρες κακοκαιρίας, ξάφνου ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, ήταν κενός, ήταν αγνός. Υπήρχαν μόνο χιλιάδες χρώματα.

Κάθισαν σε ένα παγκάκι με θέα τη θάλασσα κ έμειναν να κοιτάζουν τον ουρανό. Ήταν ό,τι πιο μαγευτικό είχαν αντικρύσει ποτέ. Κ τότε, καθώς άρχιζε το φως να σκορπίζει δεξιά κ αριστερά, πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος, πρόσεξαν 1 αρκουδάκι να τους κάνει παρέα. Ήταν ακουμπισμένο στην άκρη, στο παγκάκι, σα να είχε καθίσει κ αυτό μαζί τους να θαυμάσει την ανατολή. Το αισθάνθηκαν γνωστό, κάτι τους θύμιζε.

Κ καθώς ο ήλιος ετοιμαζόταν να βγει κ να φωτίσει τις καρδιές των ανθρώπων κ να τους γεμίσει χαρά κ ζεστασιά, πρόσεξαν πως το δεξί του αυτάκι ήταν κομμένο, σα δαγκωμένο. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Τους φάνηκε περίεργο 1 αρκουδάκι να έχει δαγκωμένο το αυτάκι του. Ξανακοίταξαν το αρκουδάκι κ διαπίστωσαν πως η φατσούλα του ήταν λυπημένη. Πολύ λυπημένη. Τόσο λυπημένη που τους έκανε να κλάψουν. Κ κοιτούσε κάπου μακριά. Ακολούθησαν το βλέμμα του κ τους οδήγησε πέρα, μακριά, λίγο πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα, στον ήλιο που δειλά-δειλά ανέτειλε.”

Καληνύχτα…


Comments
blog comments powered by Disqus